Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Η ΖΩΗ ΤΗΣ κ.ΑΓΓΕΛΙΚΩΣ

Η κ.Αγγελική το 1970
Ο Αριστείδης Αμανατίδης το 1970 περίπου...



Η κ. Αγγελική γεννήθηκε στο Κοσκίρι της Παϊπούρτης το 1908 και πέθανε το 1998.
Η κ Κυριακή Νατσαρίδου το 1970
Στό Κοσκίρι ήταν όλοι Αμανατιδαίοι και όλοι συγγενείς!!Είχαν φύγει από τη Ζερμούδα της Χαλδίας όταν ένας πασάς ήθελε τη νύφη ενός από 7 αδέλφια, πρίν την πρώτη νύχτα του γάμου.Οι Αμανατιδαίοι τόν σκότωσαν και πήγαν όλοι στην επαρχία Παιπούρτ ,όπου και μείναν στο Κοσκίρι. 
Κόρη του Αμανατίδη Αριστείδη από Ζερμούδα Άρδασσας και της Κυριακής Νατσαρίδου. 
Ήταν παντρεμένη με τον 
Φραγκοζίδη Ελευθέριο,από Μαύρενα Άρδασσας.
Είχε 3 παιδιά,τον Γιάννη,την Ειρήνη και την Στέλλα που γεννήθηκαν στο Γερακαριό του Κιλκίς.Στην Ελλάδα το χωριό της ήταν το Παλατιανό του Κιλκίς και παντρεύτηκε κι έμεινε στο Γερακαριό Κιλκίς και στην Αθήνα.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:ΑΜΑΝΑΤΙΔΑΙΟΙ ΑΠΟ ΚΟΣΚΙΡΙ ΠΑΪΠΟΥΡΤΗΣ


[..............Είμαι πόντια και γι αυτό ξέρω πάρα πολλά πράγματα, είμαι αγράμματη όμως η πείρα της ζωής μου έδωσε να καταλάβω ποιος είναι ο σωστός δρόμος. Τρείς φορές
μία στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο, με την εξορία και την ανταλλαγή του 1922, μία στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο με την κατοχή και τους παουτσήδες το 1944 και μία με τις εξορίες που ακολούθησαν. Βρέθηκα στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο, στον εμφύλιο της Ρωσίας, στη κατοχή και στον εμφύλιο της Ελλάδας. Τα γράφω όλα αυτά για την ζωή που πέρασα, επειδή πιστεύω ότι τώρα με την Λευκή Βίβλο της ΕΟΚ, θα περάσουμε πάλι τα ίδια και θα κάνουμε πάλι την ίδια
ζωή......]
ΜΕΡΟΣ 1ο
Από τον Πόντο στην Ελλάδα


Το 1915,ήμουν μικρό, 7 χρονών, αλλά θυμάμαι την ζωή της μάνας μου.
Η μάνα μου,ήταν ορφανή και την παντρέψανε από δεκατριών ετών.
Ζούσε σ’ένα κατασκευασμένο σπίτι μέσα σε στάβλο και υπηρετούσε τους πάντες και όταν έφευγε ο κόσμος από το σπίτι μας, πήγαινε κι έβγαζε τα παπούτσια του πεθερού της και μετά πήγαινε για ύπνο.Το χωριό που ζούσε η μάνα μου, λεγόταν Κοσκίρι, στην πόλη Παϊπούρτ. Όταν χιόνιζε στο χωριό μας στην Τουρκία, η μάνα μου προσπαθούσε να μην μπεί το χιόνι στο σπίτι για να μην είναι βρεγμένο.Στο σπίτι αυτό, όπου ζούσα, είχε η μάνα μου στο κέντρο, ένα ταντούρ (ταντούρ είναι κάτι για να ανάβεις φωτιά και να μαγειρεύεις).Εκεί η μάνα μου μαγείρευε και η γιαγιά μου μας έκανε λαγάνες.
Το βράδυ κοιμόμασταν κάτω στο πάτωμα σε κάτι στρώματα και βάζαμε τα πόδια μας στην άκρη του στρώματος με τα σκεπάσματα, για να είναι ζεστά όλη τη νύχτα. Επίσης θυμάμαι ότι όλοι λουζόντουσαν με τα ούρα των αγελάδων.
Εκείνη τη χρονιά, το 1915, τα κορίτσια δεν πήγαιναν σχολείο, εμένα όμως η μάνα μου μ’έβαζε στην πλάτη της και με πήγαινε ως το σχολείο, όπου εκεί ο δάσκαλος μ’αγαπούσε πολύ.
Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, είδαν πολλά τα μάτια μου. Ήμουν επτά χρονών παιδί και θυμάμαι ότι το χωριό μας συνόρευε μ’ένα Αρμένικο χωριό και οι Τούρκοι έσφαζαν τους Αρμένιους.
Με την κήρυξη του πολέμου, μας πήγαν στην εξορία, έτσι αφήσαμε όλο το νοικοκυριό μας και φύγαμε. Μαζεύαμε σαλιγκάρια, τα βράζαμε και τα τρώγαμε για να επιζήσουμε.
Στο Σέβας, στην εξορία, μας έβαλαν σε Αρμένικα σπίτια.
Έκλαιγα και ζητούσα από την μάνα μου να με κουβαλάει στην πλάτη της, γιατί περπατούσαμε πολλές μέρες για να φτάσουμε στο Σέβας.
Μαζί μας στην εξορία ήρθε κι ένας Αρμένιος, που τον ονομάσαμε Σπύρο, αλλά δεν γνωρίζω τι απέγινε μετά, γιατί δεν τον ξανάδα, μάλλον θα πήγε με τους άλλους Αρμένιους που θα βρήκε, προφανώς, εκεί στην εξορία.
Η μάνα μου πήγε σ’ένα υφαντουργείο ,όπου εκεί δούλευε με σαϊτες και οι Τουρκάλες που δούλευαν εκεί, φύγαν επειδή πήραν Ελληνίδες για δουλειά.
Ήμουν 9 χρονών (1917) και πήγαινα με την μάνα μου στο υφαντουργείο και γέμιζα μασούρια που τα βάζαμε στις σαϊτες και τα χρήματα που έπαιρνε η μητέρα μου, τα έδινε στον θείο μου ώστε να ψωνίζει για να τρώμε όλοι μαζί.
Ύστερα από 3 χρόνια γυρίσαμε πίσω στο χωριό μας, αλλά δεν βρήκαμε τίποτα, ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα, ούτε τίποτα……
Η μάνα μου πήγαινε στα άλλα Ελληνικά χωριά και πουλούσε τα ρούχα μας για ν’αγοράσει τρόφιμα να φάμε. Επίσης μαζεύαμε χόρτα από την γη και τρώγαμε……
Στο χωριό (1918), ζούσαμε, εγώ η Αγγελική 10 χρονών, ο αδελφός μου Αχιλλέας 9 χρονών, ο αδελφός μου ο Κώστας 7 χρονών, ο θείος μου Φώτης 7
Πέθανε ο θείος μου ο Φώτης και η γιαγιά μου έσκαψε και έθαψε τον μικρό, τον γιό της….Τα βράδια η γιαγιά μου μας έδινε από ένα μήλο που έφερνε η μάνα μου και πήγαινε στο μνήμα του θείου μου κι εγώ έκλαιγα…..λίγο καιρό αργότερα η γιαγιά μου τρελάθηκε κι έμενε σε άλλο σπίτι, όπου πήγαινε η μάνα μου και της έδινε ένα πιάτο φαί…… Φύγαμε ξανά από το χωριό και περπατούσαμε 2 μήνες για να φτάσουμε σε κάποιο Ελληνικό χωριό, μόνο με τα ρούχα μας και ένα πάπλωμα.
Όταν φτάσαμε κάποτε σε Ελληνικό χωριό, η μητέρα μου, μας άφησε μέσα στο σχολείο, επειδή δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε άλλο και πήγε με την αδελφή της σε ένα άλλο χωριό που το λέγανε Ζεμζελέκ (Αρδαχάν Καυκάσου)
Εμείς τα παιδιά, κοιμόμασταν στο σχολείο με το πάπλωμα και το πρωί ζητιανεύαμε ένα κομμάτι ψωμί. Το σώμα μας ήταν γεμάτο ψείρες, γι αυτό άφησα τ’ αδέλφια μου και πήγα στο ποτάμι να πλύνω τα ρούχα μας, να φύγουν οι ψείρες.
Πήγαμε και κοιμηθήκαμε σ’ένα Τούρκικο σπίτι. Περπατούσαμε πάνω στα χιόνια που λιώνανε και τα πόδια μου φουσκώσανε.
Ο θείος μου μας πήγε στο Πατούμ και από εκεί στη Γεωργία .
Εκεί μας έφερε ένας Γεωργιανός καβούρια για να φάμε, αλλά εμείς δεν τα φάγαμε, μόνο ο θείος έφαγε….
Ύστερα, φύγαμε από την Γεωργία και πήγαμε στο Ρομανόσκι στο Καυκάσκι που ήταν ο πατέρας μου ο οποίος ήταν φούρναρης. Εκεί καθίσαμε 3 χρόνια και φύγαμε στο Σταυρουπόλ και από εκεί στην Αμβρούσια όπου περιμέναμε πλοίο από την Ελλάδα για να μας πάρει. Την εποχή εκείνη, ήταν η επανάσταση των μπολσεβίκων κι όταν τελείωσε ο εμφύλιος, πήγαμε όλα τα παιδιά σχολείο, όπου μας δίναν και τρόφιμα να τρώμε. Εγώ και ο Αχιλλέας ήμασταν πρώτοι μαθητές.
Θυμάμαι στην Αβορούσια ένας ψαράς γείτονάς μας, μου έδωσε πολλά ψάρια και ότι πήγαινα στο βουνό και μάζευα χόρτα για να τρώμε…..Όταν ήρθε το πλοίο να μας πάρει (Κίος λεγόταν το πλοίο),μας πήγε στην Μακρόνησο καραντίνα, επειδή τότε στη Ρωσία είχε χολέρα. Στην Μακρόνησο μας αντάμωσε και ο θείος μου ο Νικόλας που ήρθε από το Πατούμ. Νερό μας φέρνανε από το Λαύριο. Όταν ήρθε η ώρα να μας βγάλουν στην ηπειρωτική χώρα,οι Πελοπονήσιοι δεν μας θέλαν εμάς τους πρόσφυγες κι έτσι μας αποβίβασαν στον Πειραιά. Πήραμε την σκηνή και μείναμε εκεί.Η μάνα μου κι ο μπαμπάς μου, δούλευαν στα χωράφια.Ο θείος ο Αλέξης και οι δικοί μου, έφτιαχναν πλήθια με λάσπη στην Ελευσίνα για να κτίσουν τα προσφυγιά τα σπίτια. Ένα βράδυ η θεία μου μπάλωνε κάτω από την λάμπα, το παντελόνι του θείου μου κι ένας φύλακας πήγε και την σκότωσε μέσα στην σκηνή............


























Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ,αφήστε σχόλιο...